αιθερικός δεσμός


αιθερικός δεσμός
Ο χημικός δεσμός των αιθέρων, πολύ ανθεκτικός, που διασπάται συνήθως με υδροχλωρικό οξύ. Βλ. λ. αιθέρες.

Dictionary of Greek. 2013.